BREAKING

12

Δοκιμάζουμε πρώτοι στην Ελλάδα το HP TouchPad. Το tablet που διαφέρει από τα άλλα

Καταρχήν να ξεκαθαρίσω κάτι. Υπάρχουν τα tablets και υπάρχει και το TouchPad της HP. Πρίν από μερικά χρόνια, όταν γεννήθηκε το PDA με το όνομα Pilot, υπήρχε ένας φθηνός τρόπος να βάλεις την τεχνολογία στη ζωή σου και να μάθεις από πρώτο χέρι τι εστί “desk on the go”. Όμως το Pilot της Palm ήταν κάτι παραπάνω από ένα κουτί με οθόνη. Είχε στιλ. Τόσο που ακόμη και celebrities το έπαιρναν αγκαλιά ξεχνώντας τον φορητό σπίτι. Είχε και άποψη. Το λειτουργικό του βασιζόταν στην απλότητα, στις αμέτρητες για την εποχή εφαρμογές και στη rock solid αξιοπιστία που δεν είχε ανάγκη από μαμούθ μνήμες και υπερχρονισμένους επεξεργαστές. Ήταν τότε που η Palm οδηγούσε τις εξελίξεις και ο ανταγωνισμός τις έκλεβε ιδέες και τεχνογνωσία. Δεκαπέντε έτη αργότερα η HP σώζει την Αμερικάνικη εταιρία από βέβαιη πτώχευση, ζωντανεύοντας παράλληλα τον μύθο και μεταγγίζοντας το καλύτερο λειτουργικό του πλανήτη σε μια ταμπλέτα με οθόνη 9,7 ιντσών. Η οποία ακολουθεί μεν τις επιταγές της μόδας, αλλά δεν υποκύπτει σε αυτές. Πως τα φέρνει η ζωή...

Το TouchPad είναι σαν ναυαγοσώστρια του Baywatch: ασφυκτιά από καμπύλες. Πως είναι το iPhone 3GS; Έ, φαντάσου τώρα την ίδια πίσω όψη μόνο στο πιο μεγάλο. Ακόμη και το πλήκτρο ενεργοποίησης είναι τοποθετημένο σε παρόμοιο σημείο. Το καλό όμως είναι ότι παρά το πλαστικό, η ποιότητα κατασκευής είναι εντυπωσιακή. Δεν υπάρχουν ανοχές στα υλικά, τίποτα δεν δείχνει αφημένο στην τύχη. Το TouchPad μεταφέρει μια αίσθηση που με διαφορά είναι η καλύτερη από οποιοδήποτε ανταγωνιστικό προϊόν. Είναι βαρύ για τα σημερινά δεδομένα (740 γραμμάρια ή 10 περισσότερα από το πρώτο iPad) και παχύ, αλλά χαίρεσαι να το κρατάς και σε γεμίζει αυτοπεποίθηση ότι δεν πρόκειται να σου γλιστρήσει από τα χέρια σαν σαπούνι. Θα βαρεθείς να το σκουπίζεις γιατί γεμίζει πανεύκολα δαχτυλιές (το ίδιο και η οθόνη), οπότε καλό είναι να αποκτήσεις και την προαιρετική θήκη που το προστατεύει και σου επιτρέπει να το μεταφέρεις ξεάγχωτα. «Πταίσμα» θα πεις και δεν θα έχεις άδικο μπροστά στην έλλειψη θυρών, αφού με εξαίρεση την microUSB, το HP είναι το ίδιο σπαρτιάτικο με ένα Apple iPad. Έχει και μια ακόμη υποδοχή η οποία είναι «τυφλή» στην έκδοση με Wi-Fi και θα αξιοποιηθεί μελλοντικά σε εκείνη με την υποστήριξη 3G για την εισαγωγή κάρτας SIM. Στην άλλη πλευρά υπάρχουν τα δυο ηχεία, τα οποία μαγεύουν με την ακουστική τους. Αυτό δεν είναι tablet είναι η φιλαρμονική. Η HP διαφημίζει πως ενσωματώνει την τεχνολογία “beats” και εμείς απλά υποκλινόμαστε στο αποτέλεσμα.

Η ατραξιόν στο TouchPad είναι το ίδιο το λειτουργικό του. Αυτό το tablet το ζεις, το χαίρεσαι κάθε μέρα, δεν σε εξιτάρει κυκλοθυμικά για να σε ρίξει την επομένη. Είναι εστιασμένο στις λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά. Να μία: η εφαρμογή για το Facebook είναι η καλύτερη που θα συναντήσεις σε φορητή συσκευή. Και μια ακόμη: το σύστημα ειδοποιήσεων του webOS είναι φυσικά σχεδιασμένο (η Apple προσέλαβε άνθρωπο από την Palm για να βελτιώσει το δικό της), οπότε αν το συνηθίσεις δεν υπάρχει επιστροφή. Επίσης αν το βάλεις δίπλα, δίπλα π.χ. στο Motorola Xoom θα συνειδητοποιήσεις ότι η οθόνη του HP είναι πολύ ανώτερη σε χρώματα και καθαρότητα, από την άλλη όμως υστερεί συγκριτικά με του PlayBook, που κερδίζει κατά κράτος σε φωτεινότητα και επίπεδα λευκού. Για την φιλολογία της καφετέριας πάντως το πάνελ του TouchPad είναι τεχνολογίας IPS (όπως του Asus Transformer και των iPad 1 και 2) με τυπική ανάλυση στα 1024x768 pixels. Που συγκριτικά με τον Honeycomb ανταγωνισμό μοιάζει λίγη, αλλά πρέπει να είσαι πολύ ψείρας για να το παρατηρήσεις.

Για να σε βάλω στο κλίμα των τεχνικών θα σου πω δυο λόγια για αυτά που κρύβει το HP στο εσωτερικό του. Όπως τον διπύρηνο επεξεργαστή της Qualcomm στα 1,2GHz, το 1GB μνήμης, τα 16 ή 32GB αποθηκευτικού χώρου (αναλόγως έκδοσης), την μπαταρία στα 6.300 mAh, την webcam στην πρόσοψη στα 1,3MP (ακόμη προσπαθώ να καταλαβώ την ύπαρξη κάμερας στο πίσω μέρος των ανταγωνιστικών tablets και να μην γελάσω με την σκέψη ότι αξιοποιείται για τη λήψη φωτογραφιών...), τον δέκτη Wi-Fi, την ψηφιακή πυξίδα και τον κλασσικό γυροσκοπικό αισθητήρα. Μετά από όλα αυτά λοιπόν, θα περιμένες το TouchPad να πηγαίνει σφαίρα αλλά για κάποιο λόγο κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Οι εφαρμογές καθυστερούν να ανοίξουν (εκτός και αν τις αφήσεις ανοιχτές στο background οπότε το lag μηδενίζεται), το scrolling δεν είναι όσο ομαλό όσο θα ήθελες και παρά την αναβάθμιση λογισμικού που δέχτηκε το TouchPad προ ημέρων, το θέμα της ταχύτητας είναι και παραμένει το σημαντικότερο ελάττωμα του. Γιατί αν το προσπεράσεις, θα δείς ότι το interface του είναι αλλού, η υποστήριξη Flash στην πλοήγηση το κάνει ένα πραγματικό εργαλείο, το πληκτρολόγιο είναι η επιτομή της ευχρηστίας (με τέσσερις επιλογές μεγέθους XS, S, M και L), το multitasking απαξιώνει τον ανταγωνισμό (αντίστοιχο υπάρχει μόνο στο PlayBook που βασίζεται και αυτό στο webOS) και η λειτουργία “Just Type” που επιστρέφει άμεσα με αποτελέσματα σε οτιδήποτε πληκτρολογείς ή προσθέτει αυτόματα όποια μηχανή αναζήτησης χρησιμοποιείς περισσότερο (ακόμη και αν αυτή είναι π.χ. το skroutz.gr). «Μπράβο μάγκεςςς» που θα έλεγε και ο Γεωργίου γιατί καλές είναι οι εφαρμογές αλλά ακόμη καλύτερη είναι η εμπειρία χρήσης.

Με την βασική έκδοση να κοστίζει 479 ευρώ στην Γερμανία αλλά μόλις 280 στην Αμερική δεν υπάρχει καλύτερη ταμπλέτα από αυτή, ακόμη και αν δεν υποστηρίζει την ελληνική γλώσσα (επίσημα δεν κυκλοφορεί στην ημεδαπή), ακόμη και αν είναι σχετικά μεγάλη σε μέγεθος και βάρος, ακόμη και αν πρέπει να δεχτεί αναβαθμίσεις που θα τελειοποιήσουν την απόδοση της (ακούς HP;), αρκεί να έχεις την υπομονή. Γιατί το webOS δεν μπορεί να συγκριθεί με κανένα λειτουργικό του πλανήτη και αν παίξεις μαζί του θα καταλάβεις τι σημαίνει ευρηματικότητα, καινοτομία, ευχρηστία και αγάπη για αυτό που κάνει μια εταιρία η οποία δεν περιορίζεται σε πολιτικές marketing και ιδέες εύκολου εντυπωσιασμού. Γούστα βέβαια είναι αυτά και o καθένας από εμάς έχει τα δικά του.

Δες τώρα και το βίντεο...

0 Comment