Όταν η Spiders ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο του 2025 ότι αφαιρεί οριστικά τον αριθμό «2» από τον τίτλο του επερχόμενου παιχνιδιού της, πολλοί από εσάς ίσως αναρωτηθήκατε αν αυτό αποτελούσε ένδειξη έλλειψης αυτοπεποίθησης ή μια στρατηγική κίνηση επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς του. Μετά από δεκάδες ώρες ενασχόλησης με το GreedFall: The Dying World, μπορούμε πλέον να σας διαβεβαιώσουμε πως η απόφαση αυτή ήταν απολύτως λογική και ειλικρινής απέναντι στο κοινό.
Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα τυπικό sequel που απλώς συνεχίζει μια πεπατημένη οδό, αλλά με ένα prequel που αλλάζει ριζικά τη φιλοσοφία του προκατόχου του, κοιτάζοντας με έντονη νοσταλγία προς το ένδοξο παρελθόν των κλασικών, “old-school” RPG. Το αρχικό παιχνίδι του 2019 είχε κερδίσει μια θέση στην καρδιά μας ως ένας «πνευματικός διάδοχος» των τίτλων της BioWare, αλλά σήμερα, το 2026, η Spiders επιχειρεί κάτι ακόμα πιο τολμηρό και ριψοκίνδυνο, αντλώντας έμπνευση από ιερά τέρατα του είδους, όπως το Star Wars: Knights of the Old Republic και το Dragon Age: Origins.

Spirited Away!
Η αφηγηματική προσέγγιση αποτελεί αναμφίβολα την πιο επιτυχημένη και ουσιαστική αλλαγή που θα βιώσετε, καθώς μεταφέρεστε χρονικά τρία χρόνια πριν από τα γεγονότα του πρώτου τίτλου. Η μεγαλύτερη ανατροπή έγκειται στη ριζική μετατόπιση της οπτικής γωνίας, αφού αυτή τη φορά δεν αναλαμβάνετε τον ρόλο ενός αποικιοκράτη που ανακαλύπτει έναν νέο κόσμο, αλλά τη θέση ενός αυτόχθονα του Teer Fradee. Υποδύεστε έναν Doneigad, έναν πνευματικό ηγέτη και προστάτη της φυλής σας, ο οποίος είναι προικισμένος με μια βαθιά, σχεδόν μεταφυσική σύνδεση με τη γη και τα πνεύματά της.

Η ζωή σας, η οποία κυλούσε σε απόλυτη αρμονία με το φυσικό περιβάλλον, διαταράσσεται βίαια από την αδηφάγο παρουσία των ξένων αποικιοκρατών. Θα νιώσετε αμέσως την οργή και την απόγνωση καθώς βλέπετε τα χρυσωρυχεία τους να μολύνουν τα ιερά νερά σας, αρρωσταίνοντας τους συγχωριανούς σας, και τις αποτρόπαιες παγίδες τους να αποδεκατίζουν την πανίδα του νησιού. Η ιστορία ξεκινά με μια βαθιά προσωπική τραγωδία, καθώς ο αρχηγός της φυλής σας δολοφονείται και εσείς απάγεστε βίαια, μεταφερόμενοι ως αιχμάλωτοι στην ήπειρο των αποικιοκρατών, το Gacene, για να εξυπηρετήσετε τους σκοτεινούς σκοπούς τους.

Σε αυτό το σημείο, το παιχνίδι αρχίζει να ξεδιπλώνει το πραγματικό του βάθος μέσα από τους συντρόφους και τις ηθικές επιλογές που θα κληθείτε να πάρετε. Θα διαπιστώσετε ότι οι χαρακτήρες που σας πλαισιώνουν, όπως η Sybille ή η Fausta, δεν είναι απλά εργαλεία μάχης με νούμερα πάνω από τα κεφάλια τους, αλλά ολοκληρωμένες προσωπικότητες με δικά τους κίνητρα, μυστικά και προσωπικά quests που επηρεάζουν άμεσα την εξέλιξη της ιστορίας. Το σύστημα διαλόγων παραμένει το δυνατό χαρτί της Spiders, προσφέροντάς σας μια σπάνια ελευθερία στο πώς θα προσεγγίσετε κάθε αντικειμενικό σκοπό.

Θα βρεθείτε συχνά μπροστά σε περίπλοκα διλήμματα: θα επιλέξετε τη διπλωματία, εκμεταλλευόμενοι το υψηλό κύρος ενός συντρόφου σας στην αριστοκρατία του Gacene, ή θα προτιμήσετε την κρυφή διείσδυση και την εξαπάτηση; Η έλλειψη μιας «τέλειας» λύσης σε κάθε πρόβλημα προσδίδει μια αίσθηση ρεαλισμού και βάρους στις αποφάσεις σας. Ωστόσο, θα πρέπει να οπλιστείτε με περίσσεια υπομονή, καθώς το εισαγωγικό κομμάτι και το prologue διαρκούν σχεδόν πέντε ώρες. Πρόκειται για έναν ρυθμό που ίσως φανεί υπερβολικά αργός, καθώς το παιχνίδι αργεί χαρακτηριστικά να σας «αφήσει το λουρί» και να σας επιτρέψει να εξερευνήσετε ελεύθερα τις μεγάλες ανοιχτές ζώνες του.
Combat System… για λίγους!
Περνώντας στο gameplay, η μετάβαση από το γρήγορο, action-oriented σύστημα του πρώτου παιχνιδιού σε μια λογική «Tactical Pause» αποτελεί μια απόφαση που σίγουρα θα διχάσει την κοινότητα των παικτών. Το παιχνίδι προσπαθεί να ισορροπήσει προσφέροντας τρία διαφορετικά προφίλ χειρισμού: το Tactical, το Hybrid και το Focused. Στην πράξη, όμως, θα διαπιστώσετε γρήγορα ότι το real-time κομμάτι της μάχης πάσχει σημαντικά. Οι μάχες σε πραγματικό χρόνο είναι συχνά χαοτικές, με τους χαρακτήρες να στέκονται ο ένας πάνω στον άλλο και την οπτική ανάδραση των χτυπημάτων να είναι σχεδόν ανύπαρκτη, κάνοντας δύσκολο το να καταλάβετε αν όντως προκαλείτε ζημιά στον εχθρό σας. Αντίθετα, όταν χρησιμοποιείτε την τακτική παύση, το παιχνίδι αποκτά το στρατηγικό βάθος που οραματίστηκαν οι δημιουργοί του. Εκεί μπορείτε να εκδώσετε εντολές, να μετακινήσετε τα μέλη της ομάδας σας στο πεδίο και να χρησιμοποιήσετε ειδικές ικανότητες με ακρίβεια. Παρ’ όλα αυτά, το σύστημα Action Points και τα cooldowns καθιστούν τη ροή της μάχης αρκετά αργή, ενώ οι εχθροί συχνά μοιάζουν με την επιτομή του «sponge damaging» που απαιτούν πολλή ώρα για να ηττηθούν, αφαιρώντας κάτι από την ικανοποίηση της νίκης.

Η πολυπλοκότητα επεκτείνεται και στο σύστημα δημιουργίας και ανάπτυξης του χαρακτήρα σας. Πριν καν ξεκινήσετε, θα κληθείτε να επιλέξετε ανάμεσα σε δώδεκα διαφορετικές κλάσεις, όπως ο Warlord, ο Hunter ή ο Elite Shooter, καθεμία με το δικό της ξεχωριστό upgrade tree. Παρόλο που η ποικιλία των επιλογών είναι εντυπωσιακή, το σύστημα build crafting καταλήγει να είναι υπερβολικά φορτωμένο και δυσνόητο. Θα βρεθείτε μπροστά σε δαιδαλώδη μενού με τρία διαφορετικά σετ skill trees, γεμάτα με στατιστικά και ποσοστιαίες αυξήσεις που συχνά έχουν ελάχιστο οπτικό αντίκτυπο στην πραγματική δράση. Το γεγονός ότι πρέπει να διαχειρίζεστε χειροκίνητα την πρόοδο κάθε μέλους της ομάδας σας ξεχωριστά, χωρίς να υπάρχει μια απλή επιλογή αυτόματης κατανομής πόντων, είναι μια παράλειψη που θα σας εκνευρίσει, ειδικά όταν το παιχνίδι σας κατακλύζει με πληροφορίες που μοιάζουν δυσανάλογες με το όφελος που προσφέρουν.

What a wonderful world!
Στον τεχνικό τομέα, το GreedFall: The Dying World προδίδει την καταγωγή του ως ένας κλασικός «AAA» τίτλος, διαθέτοντας τεράστιο καλλιτεχνικό όραμα αλλά περιορισμένο προϋπολογισμό για το τελικό «polishing». Η αισθητική του κόσμου είναι αναμφίβολα καθηλωτική, καθώς η αντίθεση ανάμεσα στα παρθένα, μυστηριώδη δάση του Teer Fradee και τις Coldstone πόλεις του Gacene, όπως το Peren ή το παραθαλάσσιο Uxantis, δημιουργεί μια μοναδική ατμόσφαιρα που σε παρασύρει.

Η λειτουργία “Favour Graphic Quality” προσφέρει μια πανέμορφη και αιχμηρή εικόνα, αλλά περιορίζεται σε ένα frame rate που συχνά πέφτει κάτω από τα 30 fps, κάνοντας την κίνηση να μοιάζει βαριά. Από την άλλη, η λειτουργία “Favour Frame Rate” υποβαθμίζει την οπτική ποιότητα σε τέτοιο βαθμό που τα πάντα γίνονται θολά, οι λεπτομέρειες των περιβαλλόντων εξαφανίζονται και η εμπειρία μοιάζει σαν να βλέπετε τον κόσμο μέσα από μια θολή μεμβράνη, κάτι που αδικεί το εξαιρετικό art direction της ομάδας.

Παράλληλα, θα έρθετε αντιμέτωποι με αρκετά τεχνικά σφάλματα και αστοχίες στην τεχνητή νοημοσύνη που συχνά «σπάνε» την εμβύθιση στον κόσμο. Είδαμε NPCs να κάνουν “moonwalk” επειδή κόλλησαν σε κάποιο αντικείμενο, μέλη της ομάδας μας να εξαφανίζονται επειδή δεν μπορούσαν να ανέβουν μια σκάλα και φρουρούς να παραμένουν εντελώς απαθείς ενώ στέκονταν κυριολεκτικά πάνω από τα πτώματα των συναδέλφων τους. Αυτές οι αστοχίες καθιστούν τις stealth σεκάνς του παιχνιδιού λιγότερο ενδιαφέρουσες και περισσότερο μια άσκηση υπομονής με τα glitches.

Στον αντίποδα, ο ήχος αποτελεί ένα από τα πιο λαμπρά σημεία της παραγωγής. Οι voice actors έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά, προσδίδοντας βάθος στους χαρακτήρες, ενώ η μουσική επένδυση είναι απλώς μαγευτική. Το κεντρικό θέμα του παιχνιδιού είναι από τα πιο όμορφα που έχουμε ακούσει σε RPG εδώ και χρόνια, καταφέρνοντας να αποδώσει τέλεια το μελαγχολικό αλλά και ηρωικό ύφος της περιπέτειας.

Ένα τολμηρό «πείραμα»;
Κλείνοντας, το GreedFall: The Dying World είναι ένα παιχνίδι αντιθέσεων που απαιτεί από εσάς να παραβλέψετε αρκετές ατέλειες για να ανακαλύψετε την πλούσια καρδιά του. Είναι μια εμπειρία που απευθύνεται ξεκάθαρα στους “hardcore” λάτρεις των παραδοσιακών RPG που νοσταλγούν τη γραφή, τις σύνθετες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις και τη δομή των παλιών τίτλων της “χρυσής εποχής” του είδους. Παρά την άτσαλη μάχη σε πραγματικό χρόνο, το κουραστικό και υπερβολικά μεγάλο tutorial και τα τεχνικά προβλήματα που προδίδουν το μέγεθος της ομάδας ανάπτυξης, ο κόσμος που έχτισε η Spiders είναι τόσο γεμάτος με ενδιαφέρον lore και οι ηθικές επιλογές τόσο ουσιαστικές, που τελικά το ταξίδι στο Gacene αξίζει τον κόπο. Αν μπορείτε να συμβιβαστείτε με το γεγονός ότι το παιχνίδι δεν σας «ανταποδίδει» πάντα την προσπάθειά σας με τεχνική αρτιότητα, θα βρείτε μια από τις πιο ιδιαίτερες και συναισθηματικά φορτισμένες ιστορίες που έχει να επιδείξει το είδος τα τελευταία χρόνια.
Ανάπτυξη: Spiders Έκδοση: Nacon Διάθεση: AVE
The Good
- Εκπληκτικό περιβάλλον/κόσμος
- Εντυπωσιακή ατμόσφαιρα
- Moral choices που επηρεάζουν κάθε πτυχή του παιχνιδιού
The Bad
- Μη λειτουργικό σύστημα μάχης
- Unpolished σε πολλά σημεία
- Κουραστικός πρόλογος / tutorial
*****
ΓΡΑΦΙΚΑ: 84ΗΧΟΣ: 80GAMEPLAY: 68ΑΝΤΟΧΗ: 70ΓΕΝΙΚΑ: 75%



